Navigate / search

ΓΕΖΟΥΛ – Κριτική Θεοδόσης Πυλαρινός

Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2010, σελίδες 212.

Η Νίκη Μαραγκού τόσο στην ποίηση όσο και στα πεζά της έχει ασχοληθεί με προσωπικό και πρωτότυπο τρόπο με το ταξίδι, εξετάζοντας με κοσμοπολίτικη οπτική την εξωστρεφή ορμή του ανθρώπου προς το άγνωστο, αξιοποιώντας με δύο σύγχρονους τρόπους το υλικό της, με την εξευγενισμένη περιηγητική και με την αμέριμνη περιπλανητική μορφή του σύγχρονου ταξιδιού. Το τελευταίο μυθιστόρημά της Γεζούλ αποτελεί συνθετική μορφή των έως τώρα ποικίλων και διάσπαρτων ταξιδιωτικών καταγραφών της ή του εντοπισμένου στη Βιέννη, κοσμοπολίτικου επίσης, μυθιστορήματός της Γιατρός από τη Βιέννη. Συνολικά, πρόκειται για κείμενα ποιητικά ή μυθιστορηματικά, που προφανώς δεν έχουν άμεση σχέση με το ταξιδιωτικό είδος, εγκεντρίζονται όμως με έντονα και πολλά ειδολογικά γνωρίσματά του, αφού η ανά τον κόσμο περιπλάνηση αποτελεί συστατικό του τρόπου σκέψης της Νίκης Μαραγκού, πρωτογενές δηλαδή γνώρισμα του χαρακτήρα της.
Η ανάγκη για φυγή και αναζήτηση, η νομαδική διάθεση που ορμέμφυτα εμφωλεύει στο υποσυνείδητο του ανέστιου ανθρώπου των πρώτων ενσυνείδητων μετακινήσεων, η ποθητή εναλλαγή της αναχώρησης που την ακολουθεί σχεδόν αμέσως η επιθυμία της επιστροφής, η φιλομάθεια, η ερασμιότητα του αγνώστου και ο νόστος, ιδιόμορφος στην περίπτωση της Νίκης Μαραγκού, αποτελούν στοιχεία που ανήκουν όντως στην ταξιδιωτική λογοτεχνία και με την ανάκληση και αξιοποίησή τους από τη συγγραφέα στα λογοτεχνικά κείμενά της, και ειδικότερα στο εξεταζόμενο μυθιστορήμά της Γεζούλ, αποτελούν αξιοπρόσεκτη μικτή και καθόλα νόμιμη πρόταση, η οποία ανανεώνει το μυθιστόρημα αφενός και διευρύνει την ταξιδιωτική λογοτεχνία αφετέρου. Και το πιο ενδιαφέρον, η πραγματιστική βάση των ταξιδιωτικών της εντυπώσεων εξωραΐζεται, συναντώντας τη μυθοπλασία και αποτελώντας στο συγκεκριμένο έργο εμφανές υλικό της.

Ο τίτλος του έργου το δηλώνει διακριτικά και επίσης πολύ διακριτικά και ολιγόλογα το επαναλαμβάνει η συγγραφέας στη σελίδα 28 του βιβλίου της, δίνοντας το στίγμα του μοιραίου και του αναπόφευκτου της φθοράς και της απώλειας, καθώς και τα ίχνη του χρόνου, που αποτυπώνονται καταλυτικά επάνω σε χώρους, σε ανθρώπους και σε πράγματα, αφήνοντας παράλληλα τις παραπλανητικές παραμυθίες της μνήμης να λειτουργούν σε ένα συνεχές μυθιστορηματικό πεδίο, όπου την άνοιξη τη διαδέχεται ο χειμώνας, τη νεότητα η ωριμότητα, τη μνήμη η ματαιότητα και ο επικείμενος αφανισμός: «‘Κοίτα τι μου έφεραν χτες’ μου λέει και μου δείχνει ένα πλακάκι με μια αραβική επιγραφή. ‘Γεζούλ’ διαβάζει ‘που θα πει ‘όλα χάνονται’». «‘All vanishes’ επαναλαμβάνω μηχανικά». Αυτή την απώλεια θέλει να καταπολεμήσει η Νίκη Μαραγκού, γνωρίζοντας ότι ματαιοπονεί βιολογικά, πιστεύοντας όμως ότι θα το καταφέρει με τη γραφή. Και πράγματι, μας μεταφέρει με τους ιστορικούς συνειρμούς που εφευρίσκει, και με τη συλλογική μνήμη που στρατολογεί, σ’ ένα κλίμα αναπόλησης και αναδρομής, σε όσα ζήσαμε και ωραιοποιημένα εγκατοικούν πλέον στις ψυχές μας.

Αξίζει να επισημάνουμε ένα παράλληλο της ειδολογικής σύζευξης που αναφέραμε στα προηγούμενα, στο μυθιστόρημα αυτό: Αυτό στο ενδοκειμενικό επίπεδο των προσώπων, δηλαδή των ηρώων, με τη σημείωση ότι προσωποποιημένοι ήρωες είναι πρωτίστως οι πόλεις, οι πόλεις που επισκέπτεται η συγγραφέας, οι ζωτικοί χώροι που με τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων συνάπτονται με τους κατασκευασμένους ή υπαρκτούς ήρωές της. Οι πόλεις της, λοιπόν, ευφυώς επιλεγμένες, ζουν, αναπνέουν, γερνάνε, διατηρούν τη γοητεία τους και μεταδίδουν στο μυθιστόρημα τα χαρακτηριστικά και τα συναισθήματά τους, το πεπερασμένο τους παρά τη μακρά σε σχέση με την ανθρώπινη ζωή ύπαρξη και διάρκειά τους. Η παρουσία τους στον χρόνο αποτελεί μεγέθυνση του ανθρώπινου βίου, ένα γκροπλάν, θα λέγαμε, χρησιμοποιώντας τον πρόσφορο αυτόν κινηματογραφικό όρο, αγαπητικά και μελαγχολικά δοσμένο, πρόσφορο για να εφαρμόσει επάνω του ο καθένας μας την προσωπική περίπτωσή του. Να αναζητήσει τη χαμένη παιδικότητα, την εράσμια εφηβεία, τη σφριγηλότητα και τη νεανικότητα, την ακμή, τις επιτυχίες, τον ερωτισμό, την ωρίμαση, αλλά και να αποτιμήσει την αίσθηση της παροδικότητας και το δέος του θανάτου, την απώλεια, τη μαγική λέξη-κλειδί «γεζούλ», η οποία αποτελεί και αποδίδει μονολεκτικά την πεμπτουσία του όλου έργου.

Το επόμενο στάδιο της σύζευξης και σύμμιξης των προσώπων έχει να κάνει με τους ήρωες του μυθιστορήματος καθαυτούς. Θα τους διακρίνουμε, επιχειρώντας εξ ανάγκης έναν μυθιστορηματικά ανόσιο αλλά ερμηνευτικά βοηθητικό διαχωρισμό, σε δύο κατηγορίες: Στους ανακλημένους, μυθοπλαστικά πάντοτε, από την ιστορία, κάτι «το μεταξύ», ανάμεσα δηλαδή στις πόλεις και τα πραγματικά, τα όντως ιστορικά πρόσωπα, τα οποία συνιστούν τη δεύτερη κατηγορία, εκείνων που ως ανθρώπινα όντα μετέχουν των ιδιοτήτων των πραγματικών ηρώων του μυθιστορήματος, αλλά ως άνθρωποι με μυθοποιημένο βίο συγγενεύουν διαχρονικά με την αίγλη των αιωνόβιων ερωτικών πόλεων που περιτρέχει η συγγραφέας. Η επιλογή του Βύρωνα, για παράδειγμα, και των περί αυτόν αποτελεί προσφυή σύζευξη της πόλης των Αθηνών, του ζωτικού κέντρου του έργου, μαζί του. Προφανώς, η επιλογή τόσο της μιας όσο και του άλλου δεν είναι τυχαία, αφού η Αθήνα είναι η πόλη θρύλος του νεότερου ελληνισμού και το ποθεινό κέντρο του κυπριακού ελληνισμού, στον οποίο αναβαπτίζονταν κατά καιρούς οι απομονωμένοι Κύπριοι, ιδίως μετά το 1878 και εξής, όταν επί αγγλοκρατίας οι δυνατότητες σύνδεσης με το εθνικό κέντρο ήταν πλέον δυνατές.

Ως προς το τρίτο σκέλος του τριγώνου, που το κορυφώνουν οι πόλεις και εδράζεται στις δύο άλλες γωνίες του στους ανακλημένους και στους αυθιστορικούς ήρωες, αυτό αποτελείται από πρόσωπα πραγματικά, μυθοποιημένα a posteriori ως εκ του είδους της μυθιστορίας, πρόσωπα του κύκλου της συγγραφέως, άτομα μείζονος ή ελάσσονος σημασίας, που τα συνάντησε στα ταξίδια της, ταξίδια αληθινά αυτά και αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου της, ζυμωμένα μέσα σε γεγονότα που ανήκουν, όσο και να μη φαίνονται, στην προσωπική ζωή της και στις σχέσεις της με συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία χάραξαν με την παρουσία τους τη ζωή αυτή.
Πρώτο μεταξύ αυτών των προσώπων είναι η αφηγήτρια, η ίδια η Νίκη Μαραγκού, η οποία και κινεί με βάση τη δική της ζωή, τις εμπειρίες, την ωριμότητα, την αίσθηση της απώλειας και του μοιραίου, τα νήματα της πλοκής και συνάπτει όλα τα άλλα, κρύβοντας πίσω τους αυτό που θέλει κάθε λογοτέχνης να κοινοποιήσει, εκφεύγοντας δηλαδή από το προσωπικό και επιζητώντας το οικουμενικό και το πανανθρώπινο. Θα επιστήσουμε εν προκειμένω την προσοχή των αναγνωστών στην πλάγια γραφή των τυπογραφικών στοιχείων του βιβλίου, η οποία υποδεικνύει την παρουσία της συγγραφέως και των αληθινών στοιχείων του μυθιστορήματός της.

Το άφθονο αυθιστορικό υλικό, με τον τρόπο της διευθέτησης και της κρυπτικότητας που το παρεμβάλλει η συγγραφέας, δίνει στον λόγο της την αυθεντικότητα και την αληθοφάνεια του βιωμένου, το οποίο ωστόσο συγχέεται και μυθοποιείται με την παρεμβολή των ηρώων άλλων εποχών, του απώτερου και του απώτατου παρελθόντος, ηρώων που τους ανακαλύπτει ή τους εφευρίσκει και τους αξιοποιεί καταλλήλως, βαδίζοντας δίπλα τους στους χώρους των πόλεων που περιδιαβάζει. Είναι το παρόν και το παρελθόν που συμβαδίζουν αχώριστα μέσα στις πόλεις, οι οποίες εξάλλου τα γέννησαν. Με τον τρόπο αυτόν παρουσιάζονται αχώριστα το φευγαλέο και τελεσίδικα απελθόν ως κάτι συνεχές. Γιατί για τη Νίκη Μαραγκού στη μοίρα των πόλεων βρίσκεται η μοίρα των ανθρώπων, γιατί οι βραχύβιοι ζωντανοί οργανισμοί, οι δημιουργοί των μακρόβιων πόλεων, έχουν προσδώσει σ’ αυτές τις ιδιότητές τους· και γιατί η συλλογική μνήμη που κουβαλούν οι πόλεις αυτές μέσα τους εμπεριέχει την επιμέρους μνήμη του καθενός από εμάς.

Η περιήγηση στις πόλεις-σύμβολα αναδεικνύει και ένα άλλο φιλολογικό είδος, τη λογοτεχνία της πόλης, του μορφώματος εκείνου που με το κύρος του είναι ό,τι πιο πρόσφορο για να αποδώσει συνειρμικά ή διαισθητικά την ψυχή του άγνωστου και άσημου ανθρώπου, του ανθρώπου που, ενώ απέρχεται, η πόλη ή οι πόλεις του τον ακολουθούν και τον διαιωνίζουν• που μέσα από τις αλλαγές τους, σύννους και περίφροντις, έρχεται αντιμέτωπος πρόσωπο με πρόσωπο με το μεγάλο, το άλυτο πρόβλημά του, την παροδικότητά του, το μυστήριο του βιολογικού αφανισμού του, αποτελέσματος νομοτελειακά καθορισμένου και φυσιολογικού, παράδοξου παρά ταύτα υπό τη μορφή του θανάτου και της ανυπαρξίας που προβάλλεται καταλυτικά.

Η Νίκη Μαραγκού αξιοποιεί με επιμέρους αναφορές τις διάφορες προκλήσεις, οι οποίες δημιουργούνται από τα πολλά και διάφορα καθημερινά συμβάντα κατά τις περιηγήσεις της, επιλέγοντας όσα άγγιξαν περισσότερο την ευαισθησία της. Τέτοια ερεθίσματα πυροδοτούνται από την ανάγνωση μαρτυριών, από τη θέα των μνημείων, από το άγγιγμα ενός ιστορικού τεκμηρίου, από την οσιότητα των διαβρωμένων από τον χρόνο αντικειμένων, από όσα εμπίπτουν στο πεδίο των αισθήσεών της, και από τα ελάσσονα αυτά μας οδηγεί συνειρμικά στον σχηματισμό του μείζονος, που συνάπτεται υπαρξιακά με την αντίφαση του ανθρώπου να αναζητεί, περιπαθώς μάλιστα, την ερμηνεία της ματαιότητάς του, να θέλει να διαγνώσει το τέλος της ατέλειάς του ή την αδήριτη αναγκαιότητα του τέλους του, το οποίο, προϊόντος του χρόνου, τον επαπειλεί ολοένα και πιο συστηματικά, και πιο συχνά, και πιο βασανιστικά.

Η Λούλα, η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, ένα σκόπιμα ασαφές alter ego της Νίκης Μαραγκού, αλλά και η ίδια με πολλές από τις ιδιότητες των άλλων ηρώων του έργου μέσα της, περιφέρεται στους μεγάλους δρόμους του κόσμου, συγχέοντας ή (και) ταυτίζοντας, πολύ ανθρώπινα, τον στενό δρομίσκο του σπιτιού της, με τους μεγάλους δρόμους των κοσμοπολίτικων πόλεων που επισκέπτεται, και με την τεράστια λεωφόρο του μοιραίου, της Μοίρας, που την βαδίζει υπό τη σκιά του «γεζούλ», κατευθυνόμενη στο άγνωστο.

Είναι η προσπάθεια της αναζήτησης της αϊδιότητας, η οποία αναβαθμίζει τον μικρόκοσμό μας και του δίνει συμπαντικές διαστάσεις, μεταφέροντάς μας υπαρξιακά στο άγνωστο. Η οδοιπορία της είναι φαντασμαγορική, αν αξιολογήσει κανείς το χρονικό και το ιστορικό πλαίσιο, καθώς και την ιδιοσυστασία των πόλεων-θυρεών του οδοιπορικού της, πόλεων μαρτύρων της προσωπικής της ιστορίας, σε ένα αδιάπτωτο παιχνίδι της ιστορίας και του μύθου, της φαντασίας και των πόθων και των ανεκπλήρωτων επιθυμιών σε μια κρίσιμη καμπή απολογισμών, τους οποίους ο καθένας μας κάποιες κρίσιμες στιγμές του βίου του, σταδιακά ολοένα και πιο επίμονα, συχνότατα πολύ βασανιστικά, επιχειρεί.

Αμμόχωστος, Αίγινα, Κέρκυρα, Πόλη, Μάλτα, Μεσολόγγι, Αγία Πετρούπολη και προεξάρχουσα η Αθήνα: Με πρόφαση την ιστορική διαδρομή τους η συγγραφέας καταγράφει τον μύθο της διαδρομής αυτής, μύθο κατασκευασμένο από τους ανθρώπους των πόλεων αυτών, και μέσα σ’ αυτά πλάθει τον μύθο τον δικό της, όπου το ιστορικό βάθος συζευγνύεται με τα μύχια της δικής της ψυχής και με τις αγωνίες της. Πρόκειται για τη μυστική επικοινωνία των ορατών με τα αόρατα, που επιδιώκουν οι ευαίσθητες ψυχές, παρά τη σφοδρή καταπόνησή τους με το ψυχοφθόρο αυτό παιχνίδι-δοκιμασία με το άγνωστο· παιχνίδι, ωστόσο, αυτοκαταστροφικό σε κάθε περίπτωση, όπως εκείνο της πεταλούδας, ψυχής και αυτής κατά την φιλοπαίγμονα ελληνική γλώσσα, που καίει τα φτερά της, θύμα του τρελού έρωτά της με το φως της πυρακτωμένης λάμπας, το φως που καίει, αλλά και μνημειώνει, που καταλείπει, με άλλα λόγια, τον πυρπολημένο στην αιώνια μνήμη.

Θα κλείσουμε με μία επισήμανση γραμματολογικού χαρακτήρα, η οποία αφορά γενικά στο λογοτεχνικό έργο της Νίκης Μαραγκού. Η συγγραφέας αυτή έχει υπερβεί τις κυπροκεντρικές θεματικές, υπερβαίνοντας συγχρόνως και τα θέματα που προκάλεσε το πλήγμα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, με όλα τα παρεπόμενά του. Υπερβαίνοντας, εξηγούμεθα, και όχι προσπερνώντας αδιάφορα ή παραβλέποντας τα δραματικά γεγονότα, τα οποία έπληξαν δεινά και την ίδια. Ωστόσο, η Κύπρος, με άλλους τρόπους, είτε με αναφορές σε χώρους και σε πρόσωπα ιερά, ως απολεσμένα (η Αμμόχωστος, η πόλη της, είναι βασικό δείγμα), είτε με το ήθος και τον πόνο της ιδιαίτερης πατρίδας της, που μεταγγίζεται στα λογοτεχνήματά της, η Κύπρος είναι παρούσα. Όμως, και αυτό το θεωρούμε βασικό, τα κυπρογενή υλικά της μεταβολίζονται στην ελλαδικότητα και την οικουμενικότητα του έργου της, εμπλουτίζοντας τη νέα ελληνική λογοτεχνία, στην οποία ανήκει οργανικά η κυπριακή. Και κάτι ακόμη, αίρεται με την τεχνική αυτή η απομόνωση που επιμένουν ορισμένοι συγγραφείς να αποδίδουν με τα έργα τους στην Κύπρο και συνακόλουθα στον πνευματικό κόσμο της και στη δημιουργική παραγωγή του· γεφυρώνεται, με άλλα λόγια, μια απόσταση, η οποία υπό τα σημερινά επικοινωνιακά δεδομένα έχει ξεπεραστεί, γεγονός που η Κύπρος το βιώνει, αποτελώντας η ίδια χώρο συγκέντρωσης όλων των φυλών της γης.

Θεοδόσης Πυλαρινός

Leave a comment

name*

email* (not published)

website

fourteen − ten =