Navigate / search

Δεκαοκτώ Αφηγήσεις – Της Ολγας Σελλα

«Ο άντρας μου είχε δύο σκυλιά κυνηγετικά.
Τη Λάσσυ τζιαι τον Πέτρο, δύο σκυλιά πανέμορφα. Τα είχαμε στο περβόλι στο Κάτω Βαρώσι. Τους είχαμε δικό τους κλουβί μεγάλο.
Μια εβδομάδα πριν από την εισβολή έσκαψαν το χώμα τζιαι βγήκαν. Φοβηθήκαμε μην τα χάσουμε τζιαι κάναμε τσιμέντο το πάτωμα.
Για να μην μπορούν να φύγουν. Είκοσι οκτώ χρόνια ακόμα τα βλέπω στον ύπνο μου».
Μια γυναίκα από το Βαρώσι (την Αμμόχωστο) υπογράφει αυτή την αφήγηση. Είναι μία από τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» που συγκέντρωσε η Κύπρια συγγραφέας Νίκη Μαραγκού και αποτελούν το υλικό του ομώνυμου τόμου που μόλις κυκλοφόρησε από «Το Ροδακιό».
Δεν πρόκειται απλώς για αναμνήσεις από τα ξέγνοιαστα χρόνια πριν από την εισβολή και τη διχοτόμηση του νησιού. Η Νίκη Μαραγκού, με ευαισθησία και γνώση, ξεδιπλώνει μέσα από αυτές τις αφηγήσεις μια συλλογική μνήμη για καθημερινές στιγμές, για πολιτισμικές συνήθειες, για έθιμα, για την πρόσφατη ιστορία ενός νησιού. Και μέσα από τις μνήμες αυτών των
απλών γυναικών, είναι σίγουρο ότι θα ανατραπούν πολλά από τα στερεότυπα που μας περιβάλλουν. «…Επήαμεν στα Κόκκινα τζιαι εμείναμεν δώδεκα χρόνια μες στους σπήλιους. Ετραβήσαμεν πολλά, μα κέσκιν μου να γένει ειρήνη τζιαι εν πειράζει, να τα ξηχάσουμεν. Θέλουμε να πάμε στον τόπο μας, κόρη μου, να μας σάσουν τα σπίθκια μας τζιαι να πάμεν, εγέρασα, κόρη μου, εν με βαστούν τα πόδκια μου» αφηγείται η Τουρκοκύπρια Μουσεϊντέ Χανούμ. Και μια άλλη, η Εμινέ λέει: «Πάω στην Ποταμιά, στες γειτόνισσές μου, κάμνουν χαρά άμα με δουν, τηλεφωνούν μου να πάω. Αμαν μπορώ, πηαίνω, ίντα να κάμουμε, κόρη μου, εγεράσαμεν.
Οι τωρινοί ούτε μπορούν να καταλάβουν τι βάσανα επεράσαμε, εν πειράζει, να με γίνει όμως πόλεμος, να μην ξαναγίνει έτσι κακόν, τζι’ εν πειράζει, να τα ξηχάσουμεν».
Εχει δίκιο η Νίκη Μαραγκού που εισέπραξε «αγάπη, σοφία και ελπίδα» από αυτές τις γυναίκες, όπως λέει στον πρόλογό της. Γυναίκες μεγάλες όλες, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες, κουβαλούν τη ματιά και το βλέμμα μιας άλλης γενιάς ανθρώπων, που μεγάλωσαν με τις μυρωδιές της γης, με τον ρυθμό του καθημερινού μόχθου, με μια καθημερινότητα που καθόλου δεν μοιάζει με τη σημερινή. Κι αυτό που παρατηρεί κανείς σε όλες τις αφηγήσεις -που έχουν μεταφερθεί με την ντοπιολαλιά της Κύπρου, και στην έκδοση περιλαμβάνεται το απαραίτητο υποσέλιδο γλωσσάρι- είναι η γαλήνη και η στωικότητα. Ακόμα και για τα δεινά που πέρασαν. «Ο,τι αγαπώ πέμπει μου το ο Θεός. Ετο τούτη η αυλή εν είσιεν τίποτε, που ήρταμεν πρόσφυγες τζιαι ό,τι είχα στην αυλή μου στο Καρπάσιν, εβλάστησεν που μόνον του, τζιαι ροδκιά, τζιαι τερατσιά (χαρουπιά), τζιαι συκαμιά (μουριά), τζιαι μυξιά (ιξός απ’ όπου γίνονται τα ξόβεργα), τζιαι ξυνιάτοι (χόρτα για πίτα). Ο,τι είσιεν η στετέ (γιαγιά) μου στην αυλήν της εβλάστησεν δαμαί που μόνον του», ξεκινάει η αφήγηση της Ελισάβετ, που αναζητούσε τα φυτά της αυλής της.
Ιστορίες απλές, μνήμες ακατάλυτες και η προφορική ιστορία αποδεικνύεται πιο δυνατή από την επίσημη

Leave a comment

name*

email* (not published)

website

19 + fourteen =